Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Michael McGrath αντιμετώπισε ερωτήματα για το πώς η Επιτροπή αξιολογεί την ελληνική συνεργασία με τους ευρωπαίους εισαγγελείς όταν οι εισαγγελείς αυτοί αναφέρουν εμπόδια στο έργο τους. Δημοσίευμα της 17ης Σεπτεμβρίου περιγράφει ανταλλαγή απόψεων δύο ημέρες νωρίτερα στην ομάδα παρακολούθησης της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η συζήτηση αφορούσε τη μεταχείριση των δυσκολιών που επηρεάζουν έρευνες για διαφθορά σε υψηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι νομοθέτες αμφισβήτησαν τη σχέση μεταξύ μιας γενικά ευνοϊκής αξιολόγησης της συνεργασίας και των επιφυλάξεων που καταγράφονται στις συνοδευτικές σημειώσεις. Ο McGrath εξέφρασε στήριξη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και παρέπεμψε στην ευρύτερη επανεξέταση των ρυθμίσεων της ΕΕ για την καταπολέμηση της απάτης. Δεν ανακοίνωσε συγκεκριμένη νομοθετική τροποποίηση ούτε νέα διαδικασία κατά της Ελλάδας. Η ανταλλαγή άφησε ως κεντρικό ζήτημα τη στάθμιση των εμποδίων που αναφέρθηκαν. Η διάκριση αυτή έχει σημασία για όποιον διαβάζει τη συνολική αξιολόγηση ως διαβεβαίωση ότι οι εισαγγελείς δεν αντιμετωπίζουν σημαντικές πρακτικές δυσκολίες όταν επιδιώκουν να εξετάσουν πολιτικά ευαίσθητους ισχυρισμούς.
Το ερώτημα αυτό αφορά την ποιότητα της θεσμικής αξιολόγησης. Μια συνολική περιγραφή μπορεί να είναι ακριβής σε ορισμένους τομείς υποτιμώντας ένα σοβαρό πρόβλημα σε άλλον. Η συνήθης συνεργασία μπορεί να λειτουργεί καλά ακόμη και αν ένας μικρός αριθμός ευαίσθητων ερευνών συναντά σημαντικά εμπόδια. Η καταμέτρηση μόνο των επιτυχημένων ανταλλαγών δεν θα εξηγούσε πώς τα εμπόδια αυτά επηρεάζουν τις υποθέσεις στις οποίες ο ανεξάρτητος έλεγχος έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Μια χρήσιμη αξιολόγηση πρέπει να δείχνει πώς καταλήγει στο συνολικό της συμπέρασμα.
Η εντολή της EPPO συνδέεται με εγκλήματα που πλήττουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ. Οι αρμοδιότητές της περιλαμβάνουν τη διαφθορά που βλάπτει, ή ενδέχεται να βλάψει, τα συμφέροντα αυτά. Η σύνδεση αυτή εξηγεί γιατί προβλήματα σε ένα εθνικό σύστημα μπορούν να γίνουν ευρωπαϊκή ανησυχία. Το ζήτημα δεν είναι απλώς η φήμη των θεσμών ενός κράτους μέλους. Είναι αν ύποπτα αδικήματα που αφορούν κοινούς δημόσιους πόρους μπορούν να εξεταστούν μέσω του αρμόδιου συστήματος δίωξης.
Οι πόροι, η πρόσβαση και η νομική εξουσία είναι διαφορετικά μέρη της εξέτασης αυτής. Ένα γραφείο μπορεί να διαθέτει αρκετό προσωπικό αλλά να στερείται έγκαιρης πρόσβασης σε ένα κρίσιμο αρχείο. Μπορεί να έχει τα έγγραφα αλλά να αντιμετωπίζει αβεβαιότητα ως προς το ποια διαδικασία διέπει έναν συγκεκριμένο αξιωματούχο. Περισσότερη χρηματοδότηση θα μπορούσε να βοηθήσει στο πρώτο είδος προβλήματος μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις και δεν θα έλυνε αυτομάτως το δεύτερο. Οι προτάσεις μεταρρύθμισης πρέπει να εντοπίζουν το εμπόδιο προτού επιλέξουν θεραπεία.
Η θέση ενός ευρήματος μέσα σε μια δημόσια έκθεση επηρεάζει επίσης τον έλεγχο. Οι υποσημειώσεις μπορεί να περιέχουν ουσιώδη στοιχεία, αλλά οι αναγνώστες βασίζονται συχνά σε περιλήψεις όταν συγκρίνουν χώρες ή παρακολουθούν μια πολιτική συζήτηση. Αν μια επιφύλαξη αλλάζει το νόημα μιας συνολικής αξιολόγησης, η σχέση πρέπει να εξηγείται σαφώς. Αυτό δεν απαιτεί να εμφανίζεται κάθε λεπτομέρεια στον τίτλο. Απαιτεί το κύριο συμπέρασμα να αντανακλά τη βαρύτητα των στοιχείων που το στηρίζουν.
Υπάρχει και ξεχωριστό ερώτημα για το τι έπεται μιας προειδοποίησης ενός εισαγγελέα. Η διατύπωση μιας ανησυχίας δεν ισοδυναμεί με δικαστική διαπίστωση κατά μιας κυβέρνησης ή ενός προσώπου. Ούτε επιφέρει αυτομάτως δημοσιονομική συνέπεια. Άλλοι θεσμοί μπορεί να χρειαστεί να αξιολογήσουν τις πληροφορίες βάσει των δικών τους εξουσιών και προτύπων. Η διάκριση των λειτουργιών αυτών επιτρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη μια προειδοποίηση χωρίς να αναφέρεται μια έκβαση που δεν έχει επέλθει.
Για τους νομοθέτες, μια παραγωγική συνέχεια θα ρωτούσε ποια εμπόδια αμφισβητούνται, ποια γίνονται δεκτά και ποια απαιτούν αλλαγές στον νόμο ή στην πρακτική. Οι κατηγορίες αυτές θα διευκόλυναν την κρίση μιας απάντησης. Μια υπόσχεση γενικής στήριξης δίνει λιγότερες πληροφορίες από μια περιγραφή της δράσης που απαιτείται για την επίλυση μιας συγκεκριμένης δυσκολίας. Αντίστροφα, το αίτημα για κυρώσεις είναι ελλιπές αν δεν εξηγεί την εφαρμοστέα διαδικασία και τα στοιχεία που το στηρίζουν.
Η δημόσια εμπιστοσύνη εξαρτάται επίσης από τη διατήρηση της διαφοράς μεταξύ έρευνας και καταδίκης. Η άρση των εμποδίων επιτρέπει να ελεγχθούν τα στοιχεία· δεν καθορίζει τι θα τεκμηριώσουν αυτά. Τα δικαιώματα των υπόπτων και η ανεξαρτησία των δικαστηρίων παραμένουν μέρος του ίδιου συστήματος λογοδοσίας. Η αποτελεσματική επιβολή κατά της διαφθοράς δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο από το αν μια πολιτικά προβεβλημένη υπόθεση παράγει το αποτέλεσμα που αναμένουν οι επικριτές της.
Η συζήτηση του Σεπτεμβρίου εγείρει επομένως δύο συνδεδεμένα ζητήματα: αν οι ευρωπαίοι εισαγγελείς μπορούν να επιτελέσουν το έργο τους και αν οι δημόσιες εκθέσεις παρακολούθησης περιγράφουν επαρκώς την εμπειρία τους. Η αναφορά του McGrath στην ευρύτερη επανεξέταση για την καταπολέμηση της απάτης δείχνει μια πιθανή οδό μεταρρύθμισης, αλλά η ανταλλαγή απόψεων δεν καθόρισε το περιεχόμενό της. Η επόμενη ουσιαστική εξέλιξη θα ήταν μια συγκεκριμένη εξήγηση ή ένα μέτρο που αντιμετωπίζει τα εμπόδια που εντοπίστηκαν, με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε το Κοινοβούλιο και το κοινό να αξιολογήσουν την ανταπόκριση.
Πηγές: